εὐόρμητος

εὐόρμητος
εὐόρμ-ητος, ον, gloss on sq., Sch.A.R.4.900.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • ευόρμητος — εὐόρμητος, ον (Α) 1. αυτός που ορμά δυνατά, που ρέπει προς κάτι, ο επιρρεπής 2. εύορμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ορμητός (< ορμώ)] …   Dictionary of Greek

  • εὐόρμητον — εὐόρμητος masc/fem acc sg εὐόρμητος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”